ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΚΗΣ
Πυξίδα - Μηνιαία Εφημερίδα για την Πόλη, τους Πολίτες, τον Πολιτισμό
«Μούσα Πολύτροπος» Φραντζεσκάκης Ματθαίος, 26-05-2007
Η Συνέντευξη του Μήνα
«
Πολύ δύσκολα θα βρεθεί ένα μικρό, ένα ελάχιστο πρόβλημα του λαού μας, το οποίο να μην έχει γίνει...
«Μούσα Πολύτροπος» Φραντζεσκάκης Ματθαίος, 26-05-2007
Η Συνέντευξη του Μήνα
«
Πολύ δύσκολα θα βρεθεί ένα μικρό, ένα ελάχιστο πρόβλημα του λαού μας, το οποίο να μην έχει γίνει αντικείμενο μελωδικού σχολιασμού από το ελληνικό τραγούδι στην ροή του χρόνου
.» Ηλίας Βολιότης Καπετανάκης Μια συνέντευξη-συζήτηση με τον Ηλία Βολιότη Καπετανάκη πάντα έχει ενδιαφέρον καθώς ο φίλος Ηλίας εκτός από δεινός μελετητής του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού παραμένει αθεράπευτα μερακλής. Αφορμή για την συνέντευξη που ακολουθεί το νέο του βιβλίο με τίτλο «Μούσα Πολύτροπος», από τις εκδόσεις Μετρονόμος.
- «Μούσα Πολύτροπος», τι έρχεται να μας δώσει το βιβλίο σου αυτό; Η. Β. Κ Θα έλεγα: Πολλά και τίποτα! Πολλά: γιατί ισχυρίζομαι ότι για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία παρουσιάζεται τόσο σφαιρικά το φαινόμενο της λαϊκής μας μουσικής. Αποκαλύπτεται ο μηχανισμός δημιουργίας του, το πέρασμα από το δημοτικό στο λαϊκό αστικό τραγούδι, το επιλεγόμενο ρεμπέτικο. Αυτό γίνεται -πάλι το ισχυρίζομαι- για πρώτη φορά τόσο εμπεριστατωμένα σε σχέση με τις κοινωνικές συνθήκες. «Κινηματογραφούμε» την κοινωνία μέσα στην οποία φυτρώνει το λαϊκό τραγούδι και «κορφολογούμε» το τραγούδι, την πιο αυθεντική κάμερα της εγχώριας κοινωνικής συνείδησης. Τίποτα: γιατί αν διαβάσουμε το βιβλίο με τις μονομανίες και τα ιδεολογήματα του τάχα περιθωριακού, χυδαίου, χασικλίδικου, ή δεν ξέρω τι, ρεμπέτικου, έχουμε χάσει την αριστοτελική μέθεξη, δηλαδή την συμμετοχή, το να γίνουμε μέρος του λαϊκού γλεντιού, της παρέας, που γεννοβολά αυτό το τραγούδι. Το βιβλίο είναι μέσο να προσεγγίζουμε, να απολαμβάνουμε τα άσματα, έχοντας πλήρη γνώση από πούθε κρατά η σκούφια τους. Η ψυχαγωγία, η παρέα, το τραγούδι, είναι ζητούμενο, ο σκοπός
, ε, κι αν καταφέρουμε να ρίξουμε, με το βιβλίο πιότερο φως, κάτι έχουμε πετύχει,
βάζουμε ένα πετραδάκι στο συλλογικό γλέντι, που συνεχίζεται σε πείσμα των άνυδρων καιρών. - Λαϊκή παράδοση, ρεμπέτικο τραγούδι. Τι είναι αυτό που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο πεδίο έρευνας; H. B. K.: Είναι η ομορφιά και η σχετική διαχρονικότητά του, η μοναδική του αξία. Σε εποχές βαθιάς κρίσης, όπως η σημερινή, όλοι κοιτάμε να πιαστούμε από το ωραίο παρελθόν, πολύ περισσότερο που το ρεμπέτικο, αλλά και το δημοτικό τραγούδι, δεν είναι αγάλματα σε αραχνιασμένο μουσείο, μας δίνουν εμπνεύσεις και για το σήμερα, αρκεί να έχουμε «πάντ ανοιχτά, πάντ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής»- που λέει κι ο μεγάλος ποιητής. Μήπως μπορέσουμε να πούμε τα δικά μας «τραγούδια», καθένας από το πόστο του. - Ρεμπετολογία και Ρεμπετολαγνεία; Τι μας διακατέχει; Η. Β. Κ.: Στο βιβλίο «Μούσα Πολύτροπος» υπάρχει ένα δεύτερο μέρος με τον τίτλο «Ρεμπετολογία και Ρεμπετολαγνεία». Εκεί αναφέρονται και σχολιάζονται οι έως τώρα διατυπωθείσες απόψεις για το ρεμπέτικο τραγούδι. Κυρίως γίνεται πολεμική κατά των ανιστόρητων θέσεων περί του τάχα περιθωριακού ρεμπέτικου. Όχι δεν μας διακατέχει κανένα σύνδρομο. Οι ποικιλώνυμοι ρεμπετολόγοι δεν συνιστούν κάποιο μουσικό ή ερευνητικό ρεύμα. Πλην 3-4, οι οποίοι σοβαρά συμβάλλουν στην ιστορική έρευνα, όλοι οι άλλοι είναι μικρέμποροι. Εκμεταλλεύονται το ρεμπέτικο προς ίδιο βιοπορισμό. Πουλάνε λευκώματα με αναμνήσεις, οι πλείστες ιστορικά ατεκμηρίωτες, και δίσκους γραμμοφώνου επανατυπωμένους παλιά στο βινίλιο και σήμερα στην ψηφιακή τεχνολογία. Από την πρώτη στιγμή, που ξεκίνησα, από το 1983, χώρισα τα
τσανάκια μου από τους επαγγελματίες ρεμπετολόγους. Θέλω να παραμείνω πάντα ερασιτέχνης μερακλής. - Σε ποιο βαθμό πιστεύεις ότι έχει μελετηθεί το ρεμπέτικο και οι συγγένειές του; Η. Β. Κ.: Για να δέσω την απάντηση με τα προηγούμενα, θα σου πω ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι μια ακόμα ρεμπετολογία. Είναι η ζωντανή ιστορία, το φιλμ της λαϊκής μας μουσικής, από τότε που καθιερώνεται η λέξη τραγούδι με την σημερινή της σημασία, δηλαδή από την Αλεξανδρινή εποχή, μέχρι το 1955. Και έπεται συνέχεια
Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι έχει μελετηθεί επαρκώς το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και οι πρόγονοί του, η δημοτική μας παράδοση. Από εκεί και πέρα είναι «ξα σου»- που λένε στην Κρήτη- είναι, δηλαδή, θέμα του αναγνώστη να κρίνει την δουλειά μου. Αυτό ισχύει και για τις άλλες εργασίες, που κυκλοφορούν. - Μπορείς να μας πεις δυο λόγια για την συνάντηση του ρεμπέτικου με την κρητική μουσική; Η. Β. Κ.: Να ακόμα μια περίπτωση, που καταδεικνύεται ότι είναι λαθεμένος ο όρος «ρεμπέτικο», ότι το σωστό όνομα είναι «λαϊκό τραγούδι των ελληνικών πόλεων» ή «αστικό λαϊκό τραγούδι». Στην Κρήτη έχουμε τουλάχιστον από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ενδιαφέρουσες αστικές μουσικές διεργασίες. Να πούμε ενδεικτικά για τα ταμπαχανιώτικα τραγούδια στα Χανιά και στο Ρέθυμνο. Η παραδοσιακή κρητική μουσική δένεται αρμονικά με τα αστικά μουσικά πειράματα, εμπλουτίζει το λεγόμενο ρεμπέτικο στις ηχογραφήσεις δίσκων 78 στροφών. Λόγου χάρη, ο Ανδρέας Ροδινός γράφει στο στούντιο της «Κολούμπια» τρία ορχηστρικά, που θεωρούνται κλασικά για το παίξιμο της λύρας. Το ίδιο κάνουν ο Στέλιος Φουσταλιέρης και ο Γιάννης Μπερνιδάκης με λίγα άσματα, που παίζονται ακόμα και σήμερα στα πάλκα ανά την Ελλάδα. Στην Κρήτη δεν λείπουν οι ρεμπέτικες κομπανίες, με τον Κώστα Παπαδάκη, τον Τζιμάκη, τον Κατινάρη, τον Νίκο Σαριμανώλη, τον Βασιλοδημήτρη και άλλους σπουδαίους μουσικούς. Για να μη μακρηγορούμε, στην Κρήτη, σ όλη την Ελλάδα, υπάρχουν ενδιαφέροντα αστικά μουσικά δρώμενα, πλην, όμως, λειψά ερευνημένα. Καθεμιά πόλη μπορεί να αποτελέσει ένα ξεχωριστό βιβλίο. Να λαμπρό ερευνητικό πεδίο! - Τελικά τι είναι το ρεμπέτικο; Η. Β. Κ.: Είναι η μετεξέλιξη του δημοτικού τραγουδιού στις συνθήκες των αστικών κέντρων. Καθώς οι πληθυσμοί μετακινούνται από τα χωριά και την αγροτική κοινωνία, στις σχηματιζόμενες ελληνικές πόλεις, καθώς μεταναστεύουν, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, στα αμερικανικά σκλαβοπάζαρα, μεταφέρουν εκτός των άλλων, και την πολιτιστική τους προίκα, την πατροπαράδοτη μουσική, στους τόπους εγκατάστασης. Όλα αυτά τα ακούσματα ξαναδουλεύονται, υπό νέες συνθήκες, από περισσότερους μαστόρους, με καινούριες επιδράσεις (καντάδα, ευρωπαϊκή μουσική, κάντρι και τζαζ προκειμένου για τους μετανάστες στις Η.Π.Α.). Γενικά όλα τα μουσικά ρεύματα συγκλίνουν στην κοίτη της δημοτικής μουσικής, που εμπλουτίζεται ολοένα, μετουσιώνεται σε αυτό που λέμε ρεμπέτικο. Μπορεί η αύρα, που εκπέμπει η λέξη «ρεμπέτικο» να είναι κοντά στην ουσία του φαινομένου, να έχει αρχαιοελληνική προέλευση (από το ρέμβω-ρέμβομαι, περιπλανιέμαι, γυρίζω), πλην, όμως, γίνεται μεταγενέστερα άλλοθι για σκόπιμες παρανοήσεις και απόψεις, που δεν έχουν σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Ο όρος λαϊκό αστικό τραγούδι, είναι πεζός, δεν έχει τη φόρτιση της λέξης ρεμπέτικο, όμως, ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια. Αυτά αναλύονται στο «Μούσα Πολύτροπος», αλλά δεν εξαντλούνται σε μια συνομιλία. - Πόσο έχει αποτυπωθεί η νεότερη ιστορία μας στο λαϊκό, στο παραδοσιακό και στο ρεμπέτικο τραγούδι; Η. Β. Κ.: Πολύ δύσκολα θα βρεθεί ένα μικρό, ένα ελάχιστο πρόβλημα του λαού μας, το οποίο να μην έχει γίνει αντικείμενο μελωδικού σχολιασμού από το ελληνικό τραγούδι στην ροή του χρόνου. Συνήθως, στα άσματα δεν αναφέρονται τα ιστορικά γεγονότα, μα σχολιάζονται οι επιπτώσεις τους από την πλευρά των απλών ανθρώπων. Παράδειγμα στην Μικρασιατική Καταστροφή, στην Γερμανική Κατοχή, στο άθλιο μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς το λαϊκό αστικό τραγούδι είναι η μοναδική απαντοχή του απλού Έλληνα. Μου έρχεται στο μυαλό το θρυλικό άσμα, που έγραψε ο Γιώργης Κουτσουρέλης για την Μάχη της Κρήτης. Αλλά και τα ερωτικά τραγούδια έχουν μια αρχοντιά, ξεχωριστή ομορφιά, περνά ρωμαλέα μέσα τους η κοινωνική πορεία. Δεν είναι αυτά αποστομωτική απάντηση στις ανοησίες περί χασικλίδκου, περιθωριακού ρεμπέτικου; Ακόμα και την χασισοποτεία, το υπ αριθμόν ένα κοινωνικό πρόβλημα του Μεσοπολέμου, μόνο το ρεμπέτικο, το έπιασε τόσο τολμηρά και όμορφα. Φυσικά αυτά, και σήμερα, τα κρύβουν η εξουσία και οι ρεμπετολόγοι, σε αγαστή σύμπνοια. - Από τον επίσημο στον λαϊκό πολιτισμό. Ποιος γράφει τι; Η. Β. Κ.: Να μια εξόχως ενδιαφέρουσα και άκρως πονεμένη πτυχή της κοινωνικής πορείας: Η ξενομανία και η υποτέλεια. Να περιοριστούμε στην μουσική. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους η εξουσία περιφρονεί την δημοτική και την λαϊκή παράδοση. Ζητιανεύει δυτικότροπες γλυκερές μελωδίες στα ευρωπαϊκά σαλόνια, τις εισάγει μεταγλωττισμένες, δεινά κακοποιημένες, και θέλει να τις επιβάλει σαν ορθό τρόπο ζωής και ψυχαγωγίας. Από την άλλη όχθη ο λαός ακούει το δημοτικό και το λαϊκό τραγούδι, περιφρονεί τα γλυκανάλατα δυτικά ράκη, που ποτέ δεν κυριαρχούν. Μόδες είναι περαστικές. Η σύγκρουση εξουσίας και λαού, επίσημου και λαϊκού πολιτισμού πριμοδοτούν την υπεροχή του λαϊκού αστικού τραγουδιού. Όπως λέει και ο άλλος μεγάλος μας ποιητής: Από την μια όχθη τραγουδάνε σαν ανθρώπινα όντα και από την άλλη ρητορεύουν
- Υπάρχει λαϊκό τραγούδι σήμερα και ποια η πηγή έμπνευσής του; Η. Β. Κ.: Βεβαίως! Μόνο που δεν βρίσκεται στον τηλεοπτικό βούρκο που μας κατακλύζει. Κυλάνε, υπόγεια ακόμα, ισχυρά μουσικά ρεύματα. Νέα πολυτάλαντα παιδιά παλεύουν σε αντίξοες συνθήκες, μένουν στην σχετική αφάνεια, μα φτιάχνουν αξιόλογα τραγούδια και στις λίγες χρυσές τους στιγμές, μοναδικές εμπνεύσεις. Δεν είναι μόνο το Μεγάλο Χωριό του Αθηνοκεντρικού κράτους. Ανθεί μουσικά και η περιφέρεια. Και για να μη μιλάμε στον αέρα, η Κρήτη σήμερα είναι χαρακτηριστική περίπτωση όπου η παραδοσιακή μουσική δουλεύεται με σύγχρονα ακούσματα, και το πιο σημαντικό, βγαίνει έργο. Δεν είναι μόνο τα σκυλάδικα, είναι οι «Χαΐνηδες» και τόσα άλλα παιδιά. - Τα σχέδιά σου για το μέλλον ποια είναι; Η. Β. Κ.: Να συνεχίσουμε με τις εκδόσεις «Μετρονόμος», την «Πυξίδα» και τους άλλους καλούς μας φίλους τις εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα. Κάναμε 18 εκδηλώσεις έως τώρα για το προηγούμενο βιβλίο «Μάγκες Αλήστου Εποχής»-και στα Χανιά, στο «Ψυχαγώγειο» η βραδιά ήταν μοναδική-προγραμματίζουμε μερικές και το καλοκαίρι. Θα προβάλλουμε και το νέο βιβλίο «Μούσα Πολύτροπος». Με μουσικές βραδιές, όχι με βαρετές λογοδιάρροιες. Συγγραφικά, επόμενο βήμα είναι να ολοκληρώσω την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας.
|
26/05/2007 |