Η Γιώτα Λύδια σε βιβλίο - αυτοβιογραφία
Το λαϊκό θέλει νταλκά
Τα πιο ωραία ταξίμια στόλισε με τα λυγμικά φωνητικά της γυρίσματα. Στη βελούδινη και νταλκαδιάρικη φωνή της, χώρεσαν σμυρναίικα, δημοτικά, λαϊκά, ελαφρά και μανέδες, τα οποία σφράγισε με ερμηνείες που ξεχείλιζαν από αισθησιασμό, χωρίς όμως να καταλήγουν σε υπερβολές. Κάποιοι τη χαρακτήρισαν και «θηλυκό Καζαντζίδη».
Η Γιώτα Λύδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη στο πάλκο
Η Γιώτα Λύδια καταθέτει στιγμιότυπα, εικόνες, συναισθήματα και μνήμες από μια μεγάλη διαδρομή, στην αυτοβιογραφία της που κυκλοφορεί τη Δευτέρα με τον τίτλο «Γιώτα Λύδια - Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα»), σε επιμέλεια του δημοσιογράφου Κώστα Μπαλαχούτη. Την έκδοση προλογίζουν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιώργος Νταλάρας, ενώ συμπεριλαμβάνονται αρχειακό φωτογραφικό υλικό και πλήρης δισκογραφία.
Τα «Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα», «Συ μου χάραξες πορεία», «Αχ! Ας μπορούσα», «Να 'χα εκατό καρδιές», «Κοιμήσου αγγελούδι μου», «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», είναι ορισμένα μόνο από τα τραγούδια που πρωτοείπε η Λύδια, για να ακολουθήσουν πολλές επανεκτελέσεις. Οχι τυχαία, άλλωστε, συνεργάστηκε με τους πιο σημαντικούς συνθέτες -Κλουβάτος, Στελλάκης, Χιώτης, Δερβενιώτης, Καλδάρας, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Μπακάλης, Καραπατάκης, Τατασσόπουλους, Ατταλίδης, Λαύκας, Θεοδωράκης, Βαμβακάρης, Καπνίσης, Καπλάνης, Σμυρναίος, Κόρος, Ρεπάνης, Καραμπεσίνης, Κατινάρης, Μακρυδάκης, Ακης Πάνου, Σούκας, Μουσαφίρης, Βασίλης Βασιλειάδης, Νικολόπουλος, Μαρκόπουλος- οι οποίοι της εμπιστεύτηκαν τις συνθέσεις τους, αλλά και με τους Χαράλαμπο Βασιλειάδη, Χρήστο Κολοκοτρώνη, Κώστα Βίρβο, που της εμπιστεύτηκαν τους στίχους τους.
«Ο νταλκάς στο τραγούδι, το χάρισμα, οι εκπλήξεις που μπορεί να δώσει ο ένας στον άλλον, αυτή η γλυκιά κόντρα, το παιχνίδισμα, η συγκίνηση είναι αυτά που ενώνουν εμάς που ασχολούμαστε με το λαϊκό τραγούδι. Και πάλι νομίζω ότι δεν μπορώ να το εξηγήσω καλά με λόγια. Είναι αυτό που λέμε εμείς "με πειράζει μέσα μου", εννοώντας ότι αγγίζει την καρδιά, την ψυχή μου», σημειώνει η ίδια.
Για τον Καζαντζίδη
Εξομολογητική και ειλικρινής, η Παναγιώτα Μανταράκη, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, ξετυλίγει τη βιογραφία της από την αρχή, από τότε «που μικρή ακόμα άκουγα μανέδες και έβαζα τα κλάματα», τον γάμο της με τον Στράτο Ατταλίδη σε ηλικία 15 ετών, το πρώτο τραγούδι που είπε στην Κολούμπια -«Οποιος πολλά έχει βάσανα»-, τις παρθενικές εμφανίσεις στα μαγαζιά, όταν τα νυχτερινά κέντρα ζούσαν τη χρυσή εποχή «που έπεφτε παραγγελιά και χιλιάρικα». Ξεχωριστή θέση στις αφηγήσεις έχει ο Στέλιος Καζαντζίδης. «Αυτός ο κιμπάρης και σωστός άντρας», που τη βάφτισε στο πάλκο, έλεγε για τη Λύδια: «Είναι από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες που έβγαλε ποτέ αυτός ο τόπος. Εχει, όπως κι εγώ, στη φωνή της αυτές τις σκούρες, μοβ νότες, που ελάχιστοι τραγουδιστές διαθέτουν».
«Φιγούρα μυθική για τους περισσότερους, αφού, όπως και ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Γιώτα Λύδια εμφανίστηκε λίγες φορές και για μικρά διαστήματα στα νυχτερινά κέντρα και ουσιαστικά έκλεισε -με μικρές φωτεινές εξαιρέσεις- τον κύκλο της στη δισκογραφία προς τα τέλη της δεκαετίας του '70, στην περίοδο της απόλυτης ερμηνευτικής ωριμότητάς της, στο απόγειο της δημοτικότητάς της», αναφέρει ο επιμελητής του βιβλίου, Κώστας Μπαλαχούτης.
Ποιοι ήταν οι λόγοι που την οδήγησαν να εγκαταλείψει τη νύχτα και να στραφεί στο εξωτερικό; «Είχαν ξεκινήσει οι ακρότητες στη διασκέδαση, κάτι που ο Καζαντζίδης είχε ζήσει και προβλέψει πολύ νωρίτερα. Ολοι οι καλλιτέχνες υποφέραμε. Δεν ήταν μόνο τα πιάτα, που ήταν ειδικά φτιαγμένα, ώστε να σπάνε εύκολα και να θρυμματίζονται. Εσπαγαν ποτήρια, μπουκάλια και πεταγόντουσαν τα κομμάτια πάνω σου. Μπορούσες να πάθεις μεγάλη ζημιά», διηγείται.
Ακρότητες
Και συνεχίζει: «Οι ίδιες ακρότητες άρχισαν να παρατηρούνται και στη δισκογραφία. Αρχισαν να βγαίνουν και να διαφημίζονται τραγούδια που δεν είχαν σχέση με το ύφος το δικό μου και των άλλων μεγάλων καλλιτεχνών. Θα τα χαρακτήριζα μάλιστα φτηνά. Γύμνια και στο πάλκο, γύμνια και στη μουσική. Ακόμα και οι εντάσεις στα μαγαζιά άρχισαν να ξεφεύγουν επικίνδυνα. Πήγαινες στο καμαρίνι και τα αυτιά σου βούιζαν (...). Η κατάσταση αυτή δεν μου πήγαινε και κάπου άρχισα να αραιώνω τη συμμετοχή μου στους δίσκους. Αλλιώς με είχε μάθει εμένα ο κόσμος. Με τραγούδια για τη ζωή, και τον έρωτα βέβαια, αλλά με μια ευγένεια και προπαντός με νόημα. Μου κάνανε προτάσεις και δεχόμουν πιέσεις. "Αυτά πάνε, αυτά πρέπει να πεις...". "Ε, λοιπόν", τους είπα, "αφού αυτά πάνε, να βρείτε άλλους να τα πουν"».
Μετά τη «Φαντασία» δεν ξαναδούλεψε σε μαγαζί. Τον Οκτώβριο του '69 έκανε τα πρώτα της ταξίδια στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία -έγινε τελικά και Αυστραλή υπήκοος- όπου «η ομογένεια διψούσε για λαϊκούς ήρωες και τους σεβόταν περισσότερο». Και η ίδια, σεμνή αλλά και γενναιόδωρη, έπειτα από μια μεγάλη θητεία στο λαϊκό τραγούδι, καταλήγει: «Σεβόμουν αυτόν τον κόσμο που με αγκάλιασε, που συγκινήθηκε με τις ερμηνείες μου και με ανέδειξε πρωταγωνίστρια του λαϊκού τραγουδιού. Μια τελευταία κουβέντα θα σας πω. Κάθε φορά, προτού να βγω να τραγουδήσω, έχω τρακ, ακόμα και τώρα».
* Η έκδοση συνοδεύεται από ένα cd με δώδεκα τραγούδια, όλα σε αυθεντικές ηχογραφήσεις της Κολούμπια.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/12/2006