ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ "Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΓΚΑΣ"

Συντονιστής: Stelios Lambropoulos

Stelios Lambropoulos
Δημοσιεύσεις: 231
Εγγραφή: Δευτ. Αύγ. 20, 2007 10:02 pm

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ "Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΓΚΑΣ"

Δημοσίευσηαπό Stelios Lambropoulos » Κυρ. Ιαν. 23, 2005 11:24 am

Εικόνα

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Κάκτος" το βιβλίο του Μάνου Τσιλιμίδη "ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΓΚΑΣ. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ". Ένα βιβλίο για τον Μάρκο. Δεν πρόκειται περί αγιογραφίας όπως ίσως να προϊδεάζει ο τίτλος του. Ο Στέλιος Βαμβακάρης μιλάει για τον πατέρα του και λέει πράγματα συγκλονιστικά. Στα 36 κεφάλαια θα γνωρίσετε έναν άλλον Μάρκο και θα καταλάβετε καλύτερα τα τραγούδια του.


(απόσπασμα από το 2ο κεφάλαιο)

Λέει ο Στέλιος:

…Εσύ θα με ρωτάς κι εγώ θα κοιτάζω πίσω, στους καιρούς που έζησα πλάι στον Μάρκο, τον πατέρα μου. Αλλά επειδή μεγάλωσα σε μια πόλη μαγική -στο Κερατσίνι, στη Δραπετσώνα, στον Άγιο Διονύσιο, στον Κορυδαλλό, στα Καμίνια, στα Ταμπούρια, στο Πέραμα- θα σου πω και για τον άνθρωπο του μόχθου, για τη φυλή των γυρολόγων και για όλους εκείνους που κουβαλούσαν κι από ένα όνειρο. Θα σου μιλήσω για βαρκάρηδες, χασάπηδες, παλιατζήδες και μανάβηδες, για μπουκαδόρους, σιδεράδες, ντιβανοποιούς, σαλεπιτζήδες και μαχαιροβγάλτες, για πλανόδιους μουσικούς που γυρνάγανε και παίζανε στα καφενεία, για τον τζόγο, γι’ αυτούς που κονομάγανε απ’ τις πουστιές τους, για κολπατζήδες, πατσατζήδες και γαλατάδες, γυαλοπώληδες, και υφασματέμπορους, για τσουβαλάδες, δοσατζήδες, χαμάληδες, μπεκρήδες, καθώς και για ‘κείνους που πίστεψαν ότι η φούμα θα τους έσβηνε τη δίψα για όνειρο. Εκεί, στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, καταστάλαζε το όνειρο της μέρας. Κι απ’ αυτό το υλικό, από τα όνειρα των ανθρώπων, ο Μάρκος έφτιαχνε τα τραγούδια του. Κι οι άνθρωποι, όλοι αυτοί οι θεόφτωχοι και οι ρέστοι, άκουγαν τα δεινά και τα πάθη τους να γίνονται τραγούδι, το τραγούδαγαν, ξεγελιόντουσαν και συνέχιζαν να ζουν. Ο Μάρκος νταραβερίστηκε με όλους, καλλιέργησε τον ποιητικό του λόγο και τραγούδησε για ό,τι έβλεπε γύρω του, γι’ αυτά που στα μάτια του γυαλίζανε σπουδαία. Κι ο κόσμος τον αγαπούσε γιατί με το τραγούδι του γιάτρευε απ’ τ’ αγκάθι την ψυχή τους. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις.

Θα σου μιλήσω, λοιπόν, για τις τελετές του ρεμπέτικου, για το παιχνίδι της μουσικής και της διασκέδασης, για τη μαγκιά, για την αγάπη και για την ευλάβεια εκείνων των ψυχών. Είναι δίκοπο μαχαίρι να μιλάς για τους νεκρούς και δε γουστάρω την καριολιά των ποντικών που χορεύουνε όταν σιγουρευτούν ότι πεθάνανε οι γάτοι. Θα πω «ο Θεός ν’ αναπαύσει την ψυχή τους». Θα σεβαστώ τη μνήμη των απόντων αλλά δε θα καταδεχτώ να βγάλω τα λιβανιστήρια στη μέση, ο νόμος ο δικός μου είναι η αλήθεια, ψέματα από μένα δε θ’ ακούσεις. Θα σου πω αυτά που γνωρίζω για τον Μάρκο κι εσύ πρώτα θα καταλάβεις τι ψυχή είχε και μετά θα τον κρίνεις.

Λοιπόν… Ξεκινάμε.


απόσπασμα από το 7ο κεφάλαιο

Ήτανε δύσκολη για τον Μάρκο η ζωή, πολλά τα εμπόδια στη μέση και μαζί η γαμιόλα η αρθρίτιδα που του παραμόρφωνε τα δάχτυλα. Και δίπλα του εγώ, γιος και τακίμι, που μ’ αγαπούσε και καταλάβαινε πως είχα κι εγώ καημό για τις μουσικές, τα στιχάκια και τα τέλια, κι ότι ίσως ήτανε της μοίρας μου να γίνομαι η σκιά και η συνέχειά του. Τον ακολουθούσα πάντα για να τον κοιτάζω, να τον φροντίζω, να του κουβαλάω το μπουζούκι, να του συμπαραστέκομαι στη στενοχώρια του, να τον έχω φύλακα άγγελο να με προστατεύει απ’ το ποικιλόμορφο πουταναριό της νύχτας, να τον ακούω να μου μιλάει, να τον βλέπω να δακρύζει, να λέει πως δεν έχει να μου πάρει κανταΐφι και πως όταν κονομήσουμε θα μου αγοράσει ολόκληρο το ταψί και μαζί ένα ποδηλατάκι και δυο καινούρια πουκάμισα. Ό,τι υποσχόταν, το ‘κανε. Στο λέω με τιμιότητα. Ο λόγος του είχε βάρος, βάση, σκοπό και καθοδήγηση. Ό,τι έλεγε ήταν για μένα ευαγγέλιο. Ποτέ δεν πέταγε κουβέντες της πούτσας, δεν έβγαινε απ’ το στόμα του ο λόγος ο σάπιος.

Διαβάστε ολόκληρο το έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου


απόσπασμα από το 11ο κεφάλαιο

Φάε Λάδι Κι Έλα Βράδυ

Ο Μάρκος ήτανε πειραχτήρι και μέγας πλακατζής.


Μια φορά σ’ ένα νησί, κάποιος θαυμαστής του έδωσε ένα τσουβάλι ελιές. Βαρύ φορτίο. Έπρεπε κάποιος να τις μεταφέρει -έτσι δεν είναι;- όμως ούτε ο Μάρκος μπορούσε, ούτε άλλος κανείς.

Διαβάστε ολόκληρο το ενδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου


Διαβάστε τον πρόλογο του Μάνου Τσιλιμίδη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δυο λόγια

Ο Στέλιος είναι φίλος μου.

Πρωτοβρέθηκα στο σπίτι του το 1994, αρχές Νοέμβρη. Δούλευα τότε στις «Εικόνες» και ο αγαπητός μου Σωκράτης Τσιχλιάς, διευθυντής του περιοδικού, είχε αποδεχτεί την πρότασή μου να γράψω ένα κομμάτι για κάποιο δίσκο που ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει στην αγορά, με τον παράξενο τίτλο: «Σ’ Ένα Μπαρ Του Μισισίπι Ένας Ναύτης Απ’ Τη Σύρα». Δημιουργός του ήταν ο συνθέτης Στέλιος Βαμβακάρης, ο μεσαίος από τους τρεις γιους του Μάρκου Βαμβακάρη –πατριάρχη και γκουρού του ρεμπέτικου.

Επικοινώνησα με τον Στέλιο, συμφώνησε για τη συνέντευξη και την Τρίτη 8 Νοεμβρίου 1994, στις επτά το βράδυ, χτυπούσα την πόρτα του. Το μαγνητόφωνό μου κατέγραψε το δίωρο εκείνης της πρώτης μας συνάντησης και στην ετικέτα της κασέτας υπάρχουν όλες οι πληροφορίες για την ημέρα και την ώρα.

Ξεκινώντας την μαγνητοφώνηση εξήγησα στον συνομιλητή μου πως θα χρησιμοποιήσω τη συζήτησή μας ως πρώτη ύλη και θα δημοσιεύσω στο περιοδικό ένα κείμενο για το δίσκο που ετοίμαζε. Όμως τρεις βδομάδες αργότερα, στις 29 του μηνός, οι κύλινδροι των πιεστηρίων τύπωναν το τελευταίο τεύχος των «Εικόνων» –ακολουθούσε αναστολή της κυκλοφορίας του περιοδικού κι έτσι το υλικό της συνέντευξης θα έμενε στα χέρια μου, αχρησιμοποίητο για την ώρα.

Τηλεφώνησα αμέσως στον Στέλιο Βαμβακάρη, να τον ενημερώσω για τις εξελίξεις και να του πω ότι η δημοσίευση του επίμαχου κειμένου αναβάλλεται προς το παρόν. Μου λέει: «Ντο ματζόρε, μάγκα μου. Μη στεναχωριέσαι, δεν τρέχει τίποτα. Ήταν η ευκαιρία και γνωριστήκαμε. Σε περιμένω να ξανάρθεις όποτε γουστάρεις».


Συναντηθήκαμε πολλές φορές με τον Στέλιο εκείνο το χειμώνα, καθώς και στα χρόνια που ακολούθησαν. Πάντοτε οι σκέψεις του, όποιο κι αν ήταν το θέμα που κουβεντιάζαμε, στρέφονταν για λίγο -ή για πολύ- στον Μάρκο. Μιλούσε ο Στέλιος για τον πατέρα του μ’ έναν τρόπο που καταργούσε όλα τα στερεότυπα μιας συνηθισμένης αφήγησης, έπαιρνε λεξιλόγιο και συντακτικό και τα ‘βαζε να χορέψουν βαρύ ζεϊμπέκικο. Ψάρευε λέξεις στριμωγμένες στα υπόγεια και στα μπουντρούμια του καθημερινού λόγου και τις εκσφενδόνιζε στο φως, σαν ταχυδακτυλουργός που έχει πάντα κοντά του ένα καπέλο θαύματα. Καλοδεχόταν ο Στέλιος τις επισκέψεις μου στο σπίτι του και μου έκανε το δώρο των αναμνήσεών του. Ακροβατούσε πάνω στις ερωτήσεις μου και στα θέματα που άνοιγα. Άφηνε τη σκέψη του να στροβιλίζεται στις πιο απόμακρες περιοχές των βιωμάτων. Μου μιλούσε για τον Μάρκο κι εγώ παρακολουθούσα άναυδος κάθε εκρηκτική εξιστόρηση. Γέννημα-θρέμμα της οδού Πατησίων είμαι. Αθήνα μεριά. Μ’ αρέσει ν’ ακούω πειραιώτικες ιστορίες.

Γεννήθηκα την εποχή που ξεφύτρωναν παντού κάτι δηλητηριώδεις πολυκατοικίες –ακόμα και φρεσκοχτισμένες δείχνανε μίζερες. Ήμουν δέκα ετών όταν άκουσα ένα μεσημέρι τους μεγάλους της γειτονιάς που έλεγαν να μην παρκάρει κανείς το αμάξι του εκείνο το βράδυ στο στενό διότι έπρεπε την επομένη το πρωί να περάσουν οι μπουλντόζες για να γκρεμίσουν το παλιό, αρχοντικό κτίριο, που βρισκόταν στο βάθος του δρόμου. Το σπίτι αυτό το γνώριζα μόνο εξ όψεως, ήταν επί χρόνια ακατοίκητο και ποτέ δε μου είχε περάσει απ’ το μυαλό να το επισκεφθώ σπρώχνοντας τις ερειπωμένες πόρτες. Απ’ όσο θυμόμουν, ποτέ δεν γνώρισα κάποιους που να ζουν εκεί –ήταν αιωνίως κλειστό. Και, εκτός του δέους που μου προξενούσε η σφραγισμένη του πρόσοψη, υπήρχαν και οι ρητές εντολές της μάνας μου που φώναζε να μην τολμήσω να μπω στον ξένο κήπο διότι υπήρχε πηγάδι μέσα –σκεπασμένο βέβαια με καπάκι, αλλά επικίνδυνο.

Την επομένη οι εργάτες άρχισαν να ξηλώνουν πυρετωδώς το εσωτερικό του σπιτιού και ως το απόγευμα είχε γεμίσει ο κήπος και ο δρόμος με πόρτες, πατώματα, νιπτήρες, μπανιέρες, ξύλινα κουφώματα, χαρτόκουτες και σκουπίδια. Πλησίασα να δω τη φάση από κοντά. Πίσω από τα κάγκελα του σιδερένιου φράχτη είδα ένα κορίτσι, δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερο από μένα, που είπε πως ήταν η κόρη του παλιού ιδιοκτήτη και πως βοηθούσε τον πατέρα της να φορτώσει στο αμάξι τα τελευταία χρήσιμα πράγματα αυτού του ερειπίου, πριν το γκρεμίσουνε, πριν το πάρει και το σηκώσει ο διάβολος.

Δε θυμάμαι το όνομα της μικρής –ας την πούμε Μαρία. Στεκόταν στη μέση της πρασιάς και πέταγε στο ανοιχτό πηγάδι του κήπου στοίβες από παλιά περιοδικά και εφημερίδες κιτρινισμένες και έτοιμες να διαλυθούνε στο πρώτο άγγιγμα. Ίσως να την κοίταξα απορημένος διότι μου είπε κοφτά: «Τι θέλεις εδώ πέρα; Δουλεύουμε, δεν ήρθαμε για παιχνίδι. Ή βάλε κανα χεράκι να καθαρίσουμε λίγο ή δίνε του».

Πλησίασα και άρχισα να πετάω κι εγώ χαρτιά στο πηγάδι. Αμόλαγα τα δέματα από το ανοιχτό στόμιο και ο επεισοδιακός παφλασμός των υπογείων υδάτων, πολλαπλασιασμένος απ’ το φρεάτιο, επιβεβαίωνε την επιτυχή πτώση. Πρώτη φορά άκουγα τις αντιδράσεις του νερού όταν του πετάξεις από ψηλά κάτι με βάρος. Στον ενθουσιασμό μας ρίξαμε κι ένα μικρό σεντούκι. Προσπαθήσαμε πρώτα να παραβιάσουμε το σκουριασμένο λουκέτο, αλλά το ξύλινο μπαουλάκι δεν άνοιγε με τίποτα. Στο τέλος η Μαρία θύμωσε και το πέταξε και αυτό στο πηγάδι.

Το ίδιο βράδυ ξαναείδα τη σκηνή στον ύπνο μου. Ονειρεύτηκα όμως ότι τελικά την είχα σπάσει την κλειδαριά και πως το μπαούλο ήταν γεμάτο τετράδια. Η Μαρία έλεγε να μην τ’ αγγίξω, διότι σ’ αυτά έγραφαν οι άνθρωποι τις ιστορίες τους. Ξαφνικά φύσηξε αέρας, παρέσυρε τα φύλλα ενός τετραδίου, το άνοιξε και είδα τα γράμματα που υπήρχαν μέσα να διαλύονται στο φως και τις σελίδες ν’ απομένουν λευκές, άδειες. Η Μαρία άρπαξε το μπαούλο και θυμωμένη το πέταξε και πάλι στο πηγάδι. Λυπήθηκα και άρχισα να κλαίω στον ύπνο μου γι’ αυτές τις χαμένες ιστορίες –εγώ το είχα ανοίξει το λουκέτο και ένιωθα υπεύθυνος που τις πήρε το νερό, το πηγάδι και ο άνεμος…

Απ’ αυτό το όνειρο κατάγεται η επιθυμία μου ν’ ανακαλύψω μια-δυο από τις ιστορίες αυτές και να τις ξαναγράψω με το χέρι, στο ξύπνο μου, για άσκηση και τιμωρία. Όταν, λοιπόν, άκουσα τον φίλο μου τον Στέλιο να μου λέει για όλ’ αυτά που έζησε πλάι στον πατέρα του, κατάλαβα ότι ο άνθρωπος αυτός κουβάλαγε μια αφήγηση που έπρεπε να παρακολουθήσω πυρετικά, σαν πιστός που προσεύχεται. Ένιωσα ότι ο Στέλιος Βαμβακάρης είχε μέσα του μια απ’ τις ιστορίες που είχε σβήσει ο άνεμος εκείνου του ονείρου.

Και του λέω: «Στέλιο, φίλε μου, είσαι να τα λέμε εμείς και να απομνημονεύει η τεχνολογία; Όταν έρχομαι να σε δω, θα βάζω το μαγνητόφωνο να καταγράφει τις συζητήσεις μας. Κι ύστερα θα προσπαθώ να μεταφέρω στο χαρτί όλα όσα βλέπω μέσα στη ψυχή μου όταν μου μιλάς για τον πατέρα σου, διότι πρέπει να μάθουν κι άλλοι τις ιστορίες που μου λες για τον Μάρκο. Άσε με να βάλω τις ψηφίδες των σκέψεων τη μια δίπλα στην άλλη. Τα λόγια και τις αναμνήσεις σε μια σειρά. Να δαμάσω τα κύματα, να ταξινομήσω τα βότσαλα και να χτενίσω την άμμο. Θέλω να κατανοήσω τον ψαλμό σου και να γράψω τον Βίο και την Πολιτεία του Άγιου Μάγκα –που ήταν Ποιητής, Μπουζουξής, Τραγουδιστής, Χορευτής, Αριστοκράτης, Χαμάλης».



Τι έγραψαν για το βιβλίο


Κωστής Παπαγιώργης

Σταθερές αξίες

Τρεις γενιές αντέχει η μνήμη των ανθρώπων, έλεγε ο Ντοστογιέφσκι. Γιος του Μάρκου Βαμβακάρη, ο Στέλιος αναλογίζεται τον πατέρα του και ο Μάνος Τσιλιμίδης (με το μαγνητόφωνο για στενογράφο) ταμιεύει τα λόγια του. («Ο άγιος Μάρκος», Κάκτος). Γι αυτό το βιβλίο συνεργάστηκαν ένας πατέρας, ένας γιος κι ένας συγγενής εκ ρεμπετοπαθούς αγχιστείας. Προσωπικά δεν μείναμε στις προσθήκες στη φιλολογία του ρεμπέτικου, που είναι πολλές και συχνά αιφνίδιες. Όσο στην τεχνική του βιβλίου, που, επειδή είναι όντως «τεχνική», του επιστρέφει τη φυσικότητα. Ο Τσιλιμίδης δεν άλλαξε τίποτα στα λεγόμενα του γιου Βαμβακάρη, έκοψε όμως την αφήγηση σε κεφάλαια, της έδωσε καλές ανάσες, την ξεκούρασε όποτε χρειάστηκε, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα καλό βιβλίο για τον Μάρκο και την πολιτεία του - αλλά και για μια Αθήνα και μια εθιμικότητα που εξεμέτρησε το βίο προ πολλού. Σημειωτέες και οι λεπτομέρειες που παραμονεύουν τρυφερά τον αναγνώστη: η σκηνή με τον Χρυσίνη (σ. 201) αξίζει χρυσάφι.

Περιοδικό «Αθηνόραμα»
Κωστής Παπαγιώργης


Λευτέρης Παπαδόπουλος

MATIEΣ

Tα δύσκολα...

ΛΕΥΤΕΡΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γενάρης που τρέχει, τα παιδιά με τις τσάντες, η ζωή που παφλάζει, οι γιορτές μακριά... Καλά είναι κι έτσι. Ξαναπάμε στις δουλειές μας, ξαναβρίσκουμε τους ρυθμούς μας, οργανώνουμε τα Σαββατοκύριακά μας, θέατρα, γήπεδα, παρτίδες. Ναι, καλά είναι κι έτσι, προς το παρόν. Κι ώσπου να βαρεθούμε, θα 'χουν σημάνει οι καμπάνες του Απρίλη και θα 'ρχεται, όλο φούρια, το Πάσχα...

Στο μεταξύ, οι νεκροί απ' το τσουνάμι πολλαπλασιάζονται. Και οι τραυματίες το ίδιο. Και οι άστεγοι... Τι θα γίνει, αλήθεια, με τα εκατομμύρια αυτών των ανθρώπων, που απέμειναν με την πληγή και με τον τρόμο και δεν έχουν, πια, ούτε μια τρύπα για να χωθούν και να σωθούν, αφού το κύμα τούς κατάπιε τα πάντα; Τι θα κάνει αυτή η περίφημη «λέσχη των πλουσίων», που μαζεύει, όλο μαζεύει, και δεν έχει πει ποτέ να βάλει το χέρι στην τσέπη;

Στα δικά μας: όλα δείχνουν ότι μπήκαμε σε μια χρονιά πολύ δύσκολη. Εγώ δεν συμβουλεύομαι τους «δείκτες» και τις κυβερνητικές ή αντικυβερνητικές ανακοινώσεις. Εγώ, βλέπω. Κατεβαίνω στο κέντρο και διαπιστώνω ότι τα τρία από τα πέντε μαγαζιά είναι με ενοικιαστήριο. Πόσες επιχειρήσεις βούλιαξαν; Ο Θεός ξέρει. Ξέρουν, επίσης, και... οι μπακάληδες, που άρχισαν να δέχονται πιστωτικές κάρτες, για μισό κιλό βούτυρο κι ένα κουτάκι μέλι!

Πέρασαν οι γιορτές κι όλ' αυτά τα πράγματα, τα σκληρά, πρέπει να τα δούμε σοβαρά. Ο λαός περνάει δύσκολα και δεν δίνει δεκάρα για τα συνέδρια του ΠΑΣΟΚ και την «κυβερνητική εσωστρέφεια». Μα, τι φαντάζονται, αλήθεια, οι πολιτικοί; Πως οι εργαζόμενοι, απ' το πρωί ως το βράδυ, ασχολούνται με δηλώσεις, ίντριγκες, καπετανάτα και συγκρούσεις, εντός και εκτός Βουλής; Είναι πολύ γελασμένοι. Ο κόσμος κοιτάζει το σπίτι του, το φροντιστήριο των παιδιών του, τη μονιμοποίησή του. Και, φυσικά, αρρωσταίνει, με τα μύρια προβλήματα, που κάθε μέρα φορτώνουν το μυαλό του.

Θέλω να γράψω δυο αισιόδοξες κουβέντες, τώρα που βρισκόμαστε στις αρχές του καινούργιου χρόνου, αλλά τίποτα γύρω, μα και μέσα μου, δεν σκάει ένα «μισό χαμόγελο», που θα 'λεγε και η Κωστούλα. Υπομονή... H μόνη χαρά που πήρα, τούτες τις μέρες, ένα ζεστό, γλυκό, γεμάτο δυνατές γεύσεις βιβλίο για τον Μάρκο Βαμβακάρη, βασισμένο σε αφηγήσεις του Στέλιου, του γιου του, στον συνάδελφο Μάνο Τσιλιμίδη. Τίτλος, «Ο άγιος μάγκας» (Εκδόσεις «Κάκτος»).

ΤΑ ΝΕΑ , 10-01-2005, Σελ.: N04
Κωδικός άρθρου: A18135N042 ID:448905


Πάνος Γεραμάνης

MAPKΟΣ BAMBAKAPHΣ
«Xαμάλης και αριστοκράτης»
Mε τη γλώσσα της μαγκιάς - που χρησιμοποιούσε ο Mάρκος Bαμβακάρης - αφηγείται ο γιος του Στέλιος στιγμές και γεγονότα που έζησε κοντά του, στο βιβλίο τού Mάνου Tσιλιμίδη «Ο Άγιος Mάγκας» (εκδ. «Kάκτος»)

ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ

Ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε μια δική του διάλεκτο και ένα μεγάλο ταλέντο στο βρίσιμο: «Διέθετε τρομερό... συγχρονιζέ με τη διάλεκτο του κουρμπετιού, του χασισιού, των τεκέδων, των λιμανιών και της χυδαιολογίας. Ο τρόπος όμως που χρησιμοποιούσε αυτή τη γλώσσα ήταν ποιητικός. Έλεγε λέξεις που σε βαράγανε στο μελίγγι. Τον βοήθαγε και η φωνή του. Όταν έπιανε τα καντήλια και το ιερατείο και βλαστήμαγε, ήτανε να τρέχεις - δεν σε έπαιρνε να τα βάλεις μαζί του, καλύτερα να μην άκουγες το ξέσπασμα», θυμάται ο Στέλιος Βαμβακάρης

Ποιητής, μπουζουξής, τραγουδιστής, χορευτής, αριστοκράτης, χαμάλης...

Ο Μάρκος Βαμβακάρης «πολυτεχνίτης», όπως αναφέρει σε ένα τραγούδι του... Ο γενάρχης του μπουζουκιού του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, σε άγνωστες και ανθρώπινες στιγμές της ζωής του... Τα περιγράφει συναρπαστικά ο γιος του Στέλιος Βαμβακάρης, στο βιβλίο «Ο Άγιος Μάγκας» που έγραψε ο Μάνος Τσιλιμίδης και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κάκτος».

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας τόσο πολλές και ουσιαστικές λεπτομέρειες που συνθέτουν την προσωπικότητα του Μάρκου Βαμβακάρη ως απλού ανθρώπου και λαϊκού καλλιτέχνη.

Με άμεσο τρόπο οι αφηγήσεις ζωντανεύουν εικόνες από την ταραγμένη και σκληρή ζωή του Μάρκου. Εικόνες δυνατές, μέσα από τις οποίες ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να διακρίνει πώς μπήκαν τα θεμέλια για να στηθεί, να προχωρήσει και να ανθήσει αυτό που λέμε σήμερα αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, με κυρίαρχο όργανο το τρίχορδο μπουζούκι.

Τη γλώσσα, τους ιδιωματισμούς και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε ο Μάρκος τα έχει αφομοιώσει ο Στέλιος Βαμβακάρης τα χρησιμοποιεί στις αφηγήσεις του και τα μεταφέρει ζωντανά με τον δικό του τρόπο ο Μάνος Τσιλιμίδης: «Ένα μικρό παιδί ήταν ο πατέρας μου και περνούσε κάθε μέρα μέσα από όλα τα στάδια της ζωής, μπάνιζε και την ομορφιά και τη βρωμερή ασχήμια της, σπούδαζε την κοινωνία από μέσα και έτσι έμαθε να το προσέχει το τομάρι του. Καλλιέργησε το νταηλίκι του και ακόνισε καλά τη μαγκιά του, διότι αλλιώς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει και θα τον τρώγανε λάχανο.

Όταν ρωτάγανε τον Μάρκο πώς έμαθε αυτά που ξέρει, αφού η φτώχεια τον έδιωξε από τα σχολικά θρανία, εκείνος απαντούσε ότι τον στιβαρό λόγο του τον χρωστούσε στις εποχές που πούλαγε εφημερίδες. Παινευόταν πως οι εφημερίδες τον μορφώσανε - διότι πάντοτε, όπως έλεγε, πριν τις πουλήσει, τις μάσαγε όλες και τις διάβαζε μέχρι την τελευταία αράδα». Αφού αναφέρεται στις δουλειές που έκανε ο πατέρας του για να ζήσει, ο Στέλιος Βαμβακάρης καταλήγει: «Για μένα πραγματικός αριστοκράτης είναι αυτός που κουβαλάει χωρίς ντροπή της φτώχειας του το μεγαλείο. Αυτός ήταν ο Μάρκος: ποιητής, μπουζουξής, τραγουδιστής, χορευτής, αριστοκράτης, χαμάλης».

Κάθε ένα από τα 36 κεφάλαια του βιβλίου αποτελεί και μία ξεχωριστή ιστορία από την καθημερινή ζωή του Μάρκου Βαμβακάρη, στην οποία πρωταγωνιστούν πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος του γενάρχη του ρεμπέτικου. Άνθρωποι απλοί που ασυνείδητα ή ενσυνείδητα έπαιξαν βασικό ρόλο στο δημιουργικό του έργο αλλά και στη διαμόρφωση καταστάσεων που οδήγησαν το λαϊκό μας τραγούδι, σε πορεία ανοδική και το κατέστησαν στήριγμα αναγκαίο για τον λαϊκό μουσικό πολιτισμό τα τελευταία 70 χρόνια.


Ο «σωτήρας» Μπιθικώτσης


Μία από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής τού Μάρκου Βαμβακάρη ήταν που πήγε ο Μπιθικώτσης στο σπίτι του, στην Κοκκινιά, και τον συνάντησε για να του αναγγείλει ότι θα ξανατραγουδήσει όλα τα παλιά τραγούδια του. «Κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, κι αφού είχαμε περάσει απ' όλα τα στέκια, πήραμε το δρόμο για το σπίτι», θυμάται ο Στέλιος Βαμβακάρης. «Κάποια στιγμή μού λέει: "Κοίταξε, ρε μάγκα, πώς κατάντησα. Με βλέπουνε σαν αντίκα. Να μην μπορώ εγώ να βγάλω μια δεκάρα και να κονομάνε τα τζουκ μποξ".

Εκείνο το βράδυ άκουσαν οι ουρανοί εκείνη τη σιωπηλή προσευχή του Μάρκου που κατά βάθος τα λόγια της ήταν: "Όχι άλλο, γαμώτο. Με φάγανε τα βάσανα και δεν αντέχω. Μη, ρε Θεέ μου. Φτάνει. Όχι άλλη ξεφτίλα. Σώσε με!" - και την άλλη μέρα το μεσημέρι ήρθε με το ποδήλατό του ο Μπιθικώτσης, και έφερε τη μεγάλη είδηση στον Μάρκο, ότι η δισκογραφική εταιρεία δέχτηκε να ηχογραφήσει τραγούδια του Βαμβακάρη με τη φωνή του Γρηγόρη. Τον θυμάμαι σαν τώρα να παρατάει το ποδήλατο στον δρόμο και να τρέχει προς το σπίτι φωνάζοντας: «Μάρκο μου, έχω την εντολή από τον Τάκη τον Λαμπρόπουλο της "Κολούμπια". Λέει να μπω στο στούντιο να ηχογραφήσω όλα τα τραγούδια σου. Ό,τι έχεις πει μέχρι τώρα θα το ξαναπώ εγώ. Και τα παλιά τραγούδια σου και τα καινούρια και όσα θα γράψεις από δω κι ύστερα». Είχαν μεγάλη αγάπη οι δυο τους και σεβασμό. Στα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε ο Μπιθικώτσης ως συνθέτης είχε ζητήσει απ' τον Μάρκο να τραγουδήσει και να κάνει δεύτερες φωνές, κι ο Μάρκος είχε δεχτεί. Του είχε τσιμπήσει την καρδιά ο Μάρκος. Κι αυτή η αγάπη έμεινε αιώνια, δεν έσβησε ποτέ. Ό,τι γράφεται στην ψυχή δεν ξεγράφει. Το ίδιο βράδυ ξανάρθε ο Μπιθικώτσης, μαζί με μια ομάδα μπουζουξήδων. Και το θυμάμαι αυτό το βράδυ, γιατί κελάηδησε όλη η γειτονιά και όλη η Παλιά Κοκκινιά».


Μάνος Τσιλιμίδης: «Μάρκος Βαμβακάρης - Ο Άγιος Μάγκας - ο Στέλιος Βαμβακάρης για τον πατέρα του». Εκδόσεις Κάκτος. Τιμή: 9,30 ευρώ.

ΤΑ ΝΕΑ , 11-01-2005 , Σελ.: P22
Κωδικός άρθρου: A18136P221 ID:449025



Ευχαριστούμε τον κύριο Μάνο Τσιλιμίδη για τα κείμενα.

Επιστροφή στο “Παρουσιάσεις”

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες